Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και το πανηγύρι του Παλαιοκάστρου.

Γράφει ο Γιώργος Ηλ. Κέππας
     Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού είναι από τις σπουδαιότερες γιορτές της Ορθοδοξίας. Η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού στους Αγίους Τόπους έγινε από την αγία Ελένη μητέρα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Σύμφωνα με την παράδοση οδηγήθηκε στην ανεύρεση από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, το βασιλικό.

     Στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 335 τον ύψωσε στον Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον ναό της Αναστάσεως, που η ίδια ανήγειρε πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και ο οποίος σώζεται ως σήμερα. Έτσι καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Όμως την ημέρα αυτή γιορτάζουμε και την δεύτερη Ύψωση. Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ και έγινε και πάλι η Ύψωση του Σταυρού στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν πάλι 14 Σεπτεμβρίου του 626.

     Είναι μεγάλη θρησκευτική γιορτή και νηστεία η μέρα αυτή. Και στο ξωκκλήσι(μοναστήρι) του Τιμίου Σταυρού και Αγίου Προδρόμου Παλαιοκάστρου ψηλά στο βουνό γίνεται πανηγύρι. Είναι το λεγόμενο από τους Βαμβακοφυτιανούς «Πάνω πανήγυρη» για να γίνεται η διάκριση από τη «Κάτω πανήγυρη» δηλαδή το πανηγύρι της Σκοτούσσας. Και ήταν αυτά τα δύο πανηγύρια που πολύ παλιά επισκέπτονταν μόνο . Παλιά οι κάτοικοι του Βαμβακοφύτου πήγαιναν από το βουνό με τα γαϊδουράκια και πεζή στη «πάνω πανήγυρη». Η απόσταση δεν είναι μεγαλύτερη από 4 χιλιόμετρα. Τα τελευταία χρόνια πηγαίνουν ελάχιστοι με τα πόδια, λίγοι με τρακτέρ και πολλοί με Ι.Χ. αυτοκίνητα. Την παραμονή οι περισσότεροι πηγαίνουν λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα.
     Ένα βασικό στοιχείο του πανηγυριού, εκτός από τη θρησκευτική του πλευρά, είναι το φαγοπότι. Και ενώ δεν έχει τελειώσει ο Εσπερινός παίρνουν φωτιά οι ψησταριές δεξιά και αριστερά του δρόμου που διασχίζει τον χώρο του πανηγυριού. Τρώνε, πίνουν και γλεντούν, διότι την επόμενη -ανήμερα της γιορτής- έχουμε αυστηρή νηστεία. Όμως την επόμενη μέρα το φαγοπότι συνεχίζεται με σουβλάκια κ.ά. στις ταβέρνες που στήνουν επαγγελματίες. Νωρίς το απόγευμα διασκεδάζουν με τα χορευτικά πολιτιστικών Συλλόγων και μετά γίνεται η πάλη, το «γκιρέσς»(τουρκ. λέξη güreş) με τους ερασιτέχνες παλαιστές , τους «πεχλιβάνηδες».(τουρκ. λέξη. Pehlivan). Από τους καλύτερους πεχλιβάνηδες, που άφησαν εποχή ήταν οι αείμνηστοι Ζάντσιος Γεώργιος και Πόντας Γεώργιος.

     Το ξωκκλήσι στα υψώματα της Κούλας (του Παλαιοκάστρου), κτίστηκε από τους παπά Σίδερη από το Μελενικίτσι και παπα Μαυρουδή από το χωρίον Σάβιακον, δηλαδή το σημερινό Βαμβακόφυτο.

Αυτό το γεγονός αναφέρει ο παπα Συναδινός που γεννήθηκε στο χωριό Μελενικίτσι Σερρών το 1601 στα χειρόγραφά του, που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Κουτλουμουσίου, μοναστηριού του Αγίου Όρους και είναι απόσπασμα από τη « Σερραϊκή Χρονογραφία» του, που κείμενά της δημοσιεύτηκαν στα «Σερραϊκά Χρονικά»  στον ένατο τόμο εκδόσεως1982.
     Το 1880 η οικογένεια Κωνσταντίνου και Δάφνης Μοναστηρλή από το Παλαιόκαστρο ανακατασκευάζει και ανακαινίζει το ξωκκλήσι στη μορφή που είναι σήμερα.




Ο Αγιασμός

Λαογραφικό Μουσείο, του Μορφωτικού Λαογραφικού Ομιίλου Βαμβακοφύτου.

Γράφει ο Γιώργος Ηλ. Κέππας
     Το απόγευμα της Πέμπτης -26 Ιουλίου- καθισμένοι στο παγκάκι έξω από το σπίτι μου φίλοι γείτονες, είδαμε να ανηφορίζει μια μεγάλη ομάδα  ξένων επισκεπτών. Κάποιος από αυτούς –προφανώς διερμηνέας ή γνώστης της ελληνικής γλώσσας- μας ρώτησε  για το Μουσείο. Όπως μάθαμε αργότερα από ανακοίνωση που διαβάσαμε σε κάποιο κατάστημα , ήταν ξένοι, Αμερικανοί, Νεοζηλανδοί, Ιάπωνες, Καναδοί, Ευρωπαίοι, φίλοι όλοι της ελληνικής παράδοσης, που ήρθαν και στο χωριό μας για να γνωρίσουν και να χορέψουν μαζί μας τους τοπικούς παραδοσιακούς χορούς με συνοδεία ζουρνάδων. Με την ευκαιρία αυτή επισκέφθηκαν και το λαογραφικό μας Μουσείο. Τώρα, ποιος καλύπτει τα έξοδα αυτής της 50μελούς ομάδας δεν το γνωρίζω. Υποπτεύομαι όμως, πως θα είναι αρκετά τα λεφτά και ελπίζω σύντομα να δούμε σε κάποια «διαύγεια» ποιος θα πληρώσει τη «νύφη».
     Η ερώτηση-απορία στην παρέα μου ήταν, αν επισκέφθηκαν ποτέ το Μουσείο μας. Οι περισσότεροι απάντησαν αρνητικά. Κάποιος είπε πως του είναι γνωστά τα εκθέματα του Μουσείου, (αγροτικά εργαλεία, αντικείμενα οικιακής χρήσεως και φορεσιές) και δε χρειάζεται να τα δει, άλλος είπε, πως  δε βρήκε ποτέ ανοιχτό το Μουσείο. Κάποιος τέλος μίλησε για την κακή κατάσταση του κτηρίου με τους πεσμένους σοβάδες και την κεραμοσκεπή στέγη, έτοιμη να καταρρεύσει. Η αδιαφορία των υπευθύνων του Συλλόγου για τη συντήρηση του κτηρίου του Μουσείου και των αντικειμένων που εκτίθενται  ίσως-νομικός δεν είμαι- να θεωρείται  κολάσιμη πράξη. Και οι λόγοι της αδιαφορίας είναι γνωστοί στους «παροικούντες εν Ιερουσαλήμ». Έχω προσωπική αντίληψη των γεγονότων, αλλά αυτό είναι ένα θέμα  που ίσως μας απασχολήσει προσεχώς.
     Πήρα την ευκαιρία λοιπόν να γράψω, για το λαογραφικό Μουσείο, αφού είχα τη συμμετοχή μου στη ίδρυσή του και γνωρίζω βασικά στοιχεία της μέχρι σήμερα διαδρομής του.  
     Το  1988 ήμουν ακόμα πρόεδρος του Μορφωτικού Λαογραφικού  Ομίλου Βαμβακοφύτου. Εκείνη τη χρονιά εκδόθηκε ένα ενημερωτικό δελτίο που στο φύλλο του Οκτωβρίου έγραφα για το Λαογραφικό Μουσείο του Συλλόγου μεταξύ των άλλων:
     « Το 1984, κάποιος ήρθε στο χωριό  μας και μάζευε παλιά αντικείμενα, όπως εργαλεία, μηχανήματα, νομίσματα κ.ά. Αργότερα εμφανίστηκε ένας άλλος και έκανε τα ίδια. Αυτός ο τελευταίος είχε γεμίσει την αυλή του σπιτιού του με παλιά αντικείμενα,(πήγα τότε και τα είδα), πολλά  από το χωριό μας. Είναι  γνωστός αλλά δε θέλω να αναφέρω δημόσια το όνομά του. Τα είδα όλα αυτά και ανησύχησα. Μα αυτά τα αντικείμενα ήταν η ζωή των προγόνων μας, η λαϊκή μας τέχνη, η παράδοσή μας. Δεν έπρεπε να φύγουν από το χωριό. Δεν έπρεπε να χαθούν. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα της ίδρυσης ενός Λαογραφικού Μουσείου.
     Ζητήσαμε σαν Σύλλογος από την εκκλησιαστική επιτροπή του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου μια εγκαταλελειμμένη αίθουσα, που ήταν παλιό  αναγνωστήριο και αίθουσα κατηχητικού. Μας τη παραχώρησε και έγιναν οι απαραίτητες επισκευές με τα πενιχρά οικονομικά που διέθετε ο Σύλλογος. Στις 5 Μαίου  1985 έγιναν τα εγκαίνια του μικρού μας Μουσείου παρουσία και του βουλευτού αειμνήστου Ι. Παναγιωτίδη. Το Μουσείο συγκέντρωνε τότε περίπου 150 είδη από παλιά νομίσματα, άροτρα, πέτρα αλωνιού, ντικάνα, (δοκάνα) παλιά βιβλία και τόσα άλλα, που εκτέθηκαν σε 4 σειρές ραφιών και καταχωρήθηκαν σε βιβλίο με τις ονομασίες τους και τα ονοματεπώνυμα των δωρητών συγχωριανών, τους οποίους ευχαριστούμε για τη μεγάλη τους προσφορά. Αργότερα συγκεντρώσαμε κι άλλα αντικείμενα. Δημιουργήθηκε αδιαχώρητο και τα μεταφέραμε δίπλα σε μεγαλύτερη αίθουσα (παλιό νηπιαγωγείο), όπου λειτουργεί σήμερα το Μουσείο με 270 περίπου είδη.
     Ζητάμε να μας φέρνετε αντικείμενα παλιά που δε χρησιμοποιείτε πια και δε σας χρειάζονται, αλλά έχουν μουσειακή αξία. Όσοι θέλουν μπορούν να επισκεφθούν το Μουσείο κλείνοντας ραντεβού με οποιοδήποτε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Ίσως κάποτε ανοίγει μόνιμα ορισμένες ώρες της εβδομάδας. Πρώτα όμως πρέπει να ταξινομηθούν τα αντικείμενα σωστά στα ράφια και να γραφτεί με λίγα λόγια η χρήση του καθένα. Καλούμε όποιον θέλει να βοηθήσει στο Μουσείο, να επικοινωνήσει μαζί μας για τη δημιουργία επιτροπής Μουσείου.»
     Αυτά τότε. Ήταν ωραίες εποχές ! Θυμάμαι τώρα, με το φίλο μου και αντιπρόεδρο τότε του Συλλόγου μας Γιώργο Ιωαν. Μιχάλη γυρνούσαμε στα σπίτια και ζητούσαμε από τους συγχωριανούς μας οτιδήποτε παλιό αντικείμενο - εργαλείο που δεν χρησιμοποιούσαν για το Μουσείο μας. Και με προθυμία οι περισσότεροι μας έδιναν.    Θα αναφέρω δύο συγκινητικά παραδείγματα. Ο Γκάλιος Ηλίας (+) είχε ένα ξύλινο άροτρο(κοντούρι) πολύ παλιό. Κάποιος (ξένος) του έδινε 500 δραχμές για να το αγοράσει. Με ενημέρωσε και το παραχώρησε δωρεάν στο Μουσείο μας. Επίσης παιδιά μικρά ό, τι έβρισκαν στους χώρους που έπαιζαν (βουνοπλαγιές , λάκκους, αλώνια) και θεωρούσαν πως είχαν μουσειακή αξία, μου τα έφερναν και η πληρωμή τους ήταν παγωτά και διάφορα ζαχαρωτά από το κατάστημα που τότε διατηρούσα. Σπουδαία ευρήματά τους ήσαν παλιά νομίσματα από τα ερείπια των σπιτιών ανατολικά της περιοχής του Αγίου Νικολάου και μία μαρμάρινη πλάκα με αραβική (ήταν παλιά και τούρκικη) γραφή από το πολύ παλιό νεκροταφείο στη περιοχή «Ουλάνκα».
     Και ερχόμαστε στο σωτήριον έτος 2000. Το Μουσείο εντάχθηκε στο κοινοτικό πρόγραμμα Interreg II και πέσανε τα πολλά λεφτά. Μιλάμε για εκατομμύρια (δραχμές) που έγιναν –όπως έδειξε το πέρασμα του χρόνου- πεντοχίλιαρα πετσετάκια-ραβασάκια κατά το άσμα  Γλυκερίας. Ανακαινίστηκε το Μουσείο με ευθύνη του Πνευματικού κέντρου του Δήμου μας (τότε δήμος Σιδηροκάστρου). Δώδεκα χρόνια δεν πέρασαν και το κτήριο καταρρέει. Να σημειωθεί, ότι οι χώροι όπου στεγάζεται σήμερα το Μουσείο είναι δύο αίθουσες, μια μεγάλη και μια μικρότερη ιδιοκτησίας-χωρίς να υπάρχουν τίτλοι κυριότητας- της εκκλησίας του χωριού μας.
     Δυστυχώς σήμερα το Μουσείο υπολειτουργεί. Ελάχιστοι το επισκέπτονται και πάντα μετά από αναζήτηση και συνεννόηση με κάποιον υπεύθυνο του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου. Ουσιαστικά παραμένει κλειστό και με την πλημμελή  συντήρηση που γίνεται καταστρέφεται το πολύτιμο μουσειακό υλικό  από τη φθορά του πανδαμάτορα χρόνου.
     Η εκκλησιαστική επιτροπή έχει συμβόλαιο ενοικίασης του κτηρίου των δύο αιθουσών του Μουσείου, με συμβολικό μίσθωμα ελαχίστων ευρώ, το οποίο έληξε και ζητά να εκκενώσουν το κτήριο. Υπάρχει όμως η δυνατότητα –όπως γνωρίζω από αξιόπιστο πρόσωπο- ο Σύλλογος να παραμείνει στο κτήριο , αν  κάνει τις επισκευές που χρειάζονται και το συντηρεί. Κάτι που δεν έγινε, εκτός από μερικά εξωτερικά μικροσοβαντίσματα, που έκανε η εκκλησιαστική επιτροπή.
     Πιστεύω, ότι ο Σύλλογος έχει την οικονομική δυνατότητα να κάνει τις απαραίτητες επισκευές στο κτήριο. Ίσως μας πούνε: Αν είχαμε λεφτά θα πληρώναμε το ρεύμα και δεν θα το διέκοπτε η ΔΕΗ (πού φτάσαμε!). Τότε εγώ θα ρωτήσω: Γιατί δε  βοηθάει η περίφημη Α.ΠΟ.ΔΡΑ.ΣΙ(Αθλητική πολιτιστική δράση Σιντικής). όπως ενίσχυσε άλλους πολιτιστικούς Συλλόγους;.
     Και παρεμπιπτόντως, δηλαδή με την ευκαιρία αυτή ήθελα να ρωτήσω, ο επιλεγμένος ή διορισμένος πρόεδρος της Α.ΠΟ.ΔΡΑ.ΣΙ.(Αθλητικός και πολιτιστικός φορέας του Δήμου Σιντικής) μπορεί να είναι συγχρόνως και πρόεδρος (αιρετός άραγε ή αυτοδιορισμένος;) πολιτιστικού Σωματείου και εν προκειμένω του ΜΟ. Λ .Ο. Βαμβακοφύτου;
Στέκει νομικά; Ίσως ο νομικός Σύμβουλος του Δήμου μας απαντήσει. Ίδωμεν !
 
Τό κείμενο δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα "Τύπος Σιντικής & Ηρακλείας", φύλλο 121/13.09.2012